....ΟΧΙ,ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ
“Διακόσια στη στροφή και με ρωτάνε
ΜΑΜΑ, όχι δεν είναι ΜΑΜΑ”, “Εlla es una mujer caliente , ella es una mujer caliente..”, ξανά; “Ella es una mujer caliente”, άλλη μία: “ella es una mujer caliente”, για να το εμπεδώσουμε. Αν μιλάμε για μουσική, ναι, θα μπορούσε κάλλιστα η μουσική να είναι μια “mujer caliente” και αλίμονο αν δεν ταυτιζόταν με τα θερμά ανθρώπινα συναισθήματα, όπως και η γυναικεία φύση
άλλωστε. Αλλά όχι με τον τρόπο που το εννοούν οι Mente Fuerte, Hauawhk, Bahgdagdagd ή κάτι τέτοιο.. Τους νοιάζει άραγε
εκείνους τι εννοούν; Ή μήπως τώρα που εμείς μιλάμε, αυτοί μετράνε τα “views” της τεράστιας “επιτυχίας” που έκανε
το hitάκι τους; Ο Sin Boy νιώθει
“GIGI” στην τοποθεσία “ακριβό, γρήγορο
αμάξι” και φυλλομετράει χαρτονομίσματα, όσο η μισή Ελλάδα πασχίζει να βγάλει
νόημα από το στίχο του..εκείνος άραγε ξέρει τι θέλει να πει;
Το νέο αυτό μουσικό(;) είδος που κάνει δυναμικά την εμφάνισή του στην ελληνική
μουσική σκηνή των τελευταίων χρόνων, δεν παύει να αποτελεί ένα συχνά τιθέμενο
θέμα στις εστίες των νεανικών συζητήσεων. Μιλάμε όμως πράγματι για ένα είδος μουσικής; Γιατί σε
πρώτη ανάλυση, σε μένα τουλάχιστον, δε μοιάζει για τίποτε άλλο από ηλεκτρονικά
συμπλέγματα ήχων, που “πατάνε” πάνω σε μια ενοχλητική επανάληψη ενός
υποτυπώδους beat, εκκεντρικούς και άλλοτε
εκκωφαντικούς θορύβους, ψηφιακά
επεξεργασμένους, στο σύνολό τους, ήχους, σε τόσο μεγάλο βαθμό που στο τέλος το
μόνο που ηχεί στ’ αυτιά μας είναι ένα συνεχές βουητό χωρίς χρώματα και
χαρακτηριστικές εντάσεις. Αν υποθέσουμε πως μπροστά μας είχαμε το φάσμα που
αποτυπώνει την κίνηση του ήχου, σύμφωνα με τις εναλλαγές των συχνοτήτων που
εκπέμπονται, στην περίπτωση αυτών των κομματιών, η πορεία του ήχου θα ήταν μια
συνεχής και αδιάκοπη ευθεία γραμμή. Τα ηχητικά κύματα δεν έχουν εντάσεις, δεν
έχουν “καμπύλες”, δεν “εναλλάσσονται χρωματικά”, δεν “ανεβοκατεβαίνουν”, ενώ
αρκεί μισό λεπτό από μια ακρόαση ενός χορικού του Μπαχ για να τα ακούσουμε και
να τα δούμε όλα αυτά.

Βρισκόμαστε
άραγε αιώνες μπροστά ή μήπως πιο πίσω ακόμα και από τους αιώνες
που προσπεράσαμε και επιμένουμε να λέμε πως αφήσαμε πίσω μας; Είμαστε σήμερα
μουσικά και πολιτισμικά πάμπλουτοι, παρά την κρίση που αντιμετωπίζουμε; Σας
ρωτώ λοιπόν: “Είμαστε κροίσοι μες την κρίση”;
Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης,
όπως η σημερινή, ο πολιτισμός είναι αυτός που υφίσταται το πρώτο σοκ. Η
μουσική, η σπουδαιότερη ίσως σε αξία, αλλά και σε πρακτική ωφέλεια, πτυχή της
τέχνης και του πολιτισμού, έχει πρώτη δεχθεί τα αλύπητα χτυπήματα της
μαζοποιημένης παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας, που θέτει τους δικούς της νόμους
και κανόνες στο σημερινό “πολιτισμικό γίγνεσθαι“, και κατ’ επέκταση στο “μουσικό είναι“ μας.“Όλα
είναι GIGI baby, όταν φωνάζουν τ΄ όνομά σου σαν του Bieber“. Και μιλάμε για “ πολιτισμικό γίγνεσθαι“ και “μουσικό είναι“,
όπως άλλωστε πολύ συχνότερα μιλάμε για πολιτισμικές ταυτότητες και
καλλιτεχνικές φύσεις. Υπάρχουν τρόποι και συμπεριφορές που μπορεί να υιοθετήσει
κανείς για να γίνει πολιτισμένος, μας δίδαξε όμως κανείς πώς μπορούμε να
γίνουμε μουσικοί; Φυσικά, δεν εννοώ να ασκήσουμε το επάγγελμα των μουσικών, αλλά το αν μας υπέδειξε κανείς τον τρόπο να είμαστε “μουσικοί
άνθρωποι“, “μουσικά πνεύματα“.
Τι σημαίνει όμως το να είναι κανείς “μουσικό πνεύμα“; Πρώτα απ΄ όλα, όταν μιλάμε για μουσική, πρέπει να
ξεκαθαρίσουμε αν αναφερόμαστε στη μουσική ως τέχνη ή γενικά στη μουσική με ό,
τι κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει, να συνεπάγεται ή ενδεχομένως να εμπεριέχει. Η
μουσική ως Τέχνη ευχαριστεί, ψυχαγωγεί, ωφελεί, γεμίζει, θεραπεύει, ενώ η άλλη
μουσική τέρπει, διασκεδάζει, ικανοποιεί, καλύπτει, επουλώνει. Πόσες όμως
μουσικές υπάρχουν; Είναι όσες και οι πλευρές του εαυτού μας; Ή μήπως υπάρχει
μία μόνο Μουσική, που αντλεί και γεμίζει μια μόνο υπάρχουσα και αληθινή πτυχή
του; Αν κοιτάξουμε τη μουσική στο πρόσωπό της, ίσως δούμε σ’ αυτό τον Ιανό του
δίπτυχου –ή και τρίπτυχου- εαυτού μας. Αν κοιτάξουμε όμως τη μουσική στα μάτια,
τότε έχω την εντύπωση πως δε βλέπουμε, δεν μπορούμε να δούμε.. ακούμε μόνο. Και
ακούμε μια μουσική, τη μουσική της καρδιάς μας. Οι άλλες αισθήσεις χάνονται
μονομιάς.
Αν δεχθούμε λοιπόν πως αληθινή μουσική είναι τελικά αυτή που “μιλά“ στις ψυχές μας, δεν μπορούμε παρά να νοήσουμε τη μουσική ως
Τέχνη, αφού μόνο μια Τέχνη θα είχε τη δύναμη και τον τρόπο να πετύχει κάτι
τέτοιο. Δείγμα μουσικής τέχνης θεωρείται η μουσική που έχει μελωδία, ρυθμό,
αρμονία. Στον συνδυασμό αυτών των τριών κρύβεται ο σκοπός της κάθε μουσικής. “Σκοπός
όμως της μουσικής δεν είναι και η διασκέδαση”; Αυτό που λέμε “να το ρίξουμε
λίγο έξω” ή “να το κάψουμε”, “να το γλεντήσουμε;”, θα ρωτούσε εδώ εύλογα
κάποιος. Όχι, αυτός δεν είναι ο σκοπός της Μουσικής -αν θέλουμε να αποκαλούμε
τη μουσική “τέχνη”-, άλλο το αν είναι μια παράλληλη παροχή της. Να λέμε τα
πράγματα με το όνομά τους.
Η μουσική αυτή για την οποία μιλάμε “παίρνει διακόσιες στροφές το λεπτό”, όχι “διακόσια
σε κάθε ή για κάθε της στροφή”. Δεν πληρώνεται ποτέ. Τα κοντέρ της χτυπάνε
κόκκινο, όταν αγγίζουν φλέβες, και όχι αρτηρίες οδικών δικτύων. Η μουσική αυτή “μιλά”
με τα στιχάκια της ψυχής και όχι με τα κατάστιχα των ορμών και της εύκολης απόλαυσης. “Ναι, αλλά μας διασκεδάζει, μας
κάνει να περνάμε καλά“, θα επιμείνει η αντίθετη γνώμη. Κι
άλλες ασχολίες μας διασκεδάζουν στην καθημερινότητά μας, δεν έχουν όμως όλες το
ίδιο όνομα. Άλλο “βγαίνω σε club“, άλλο “ πάω σε bar“, άλλο “πηγαίνω στη θάλασσα να ανάψω μια φωτιά και να τραγουδήσω
παίζοντας την κιθάρα μου“, άλλο “βγαίνω με την παρέα μου και
συζητάμε, λέγοντας αστεία και γελώντας“. Όλα
αυτά μας διασκεδάζουν, αλλά η κάθε ασχολία έχει διαφορετικό όνομα. Γιατί λοιπόν
να πρέπει να βαφτίζουμε μουσική ό, τι απλώς τυχαίνει να ακούμε, αρκεί αυτό να
μας διασκεδάζει ή να μας “ξεσηκώνει” έστω και λίγο; Μπορεί να μην το έχουμε
αντιληφθεί, αλλά δίνοντας το ίδιο όνομα σε όλα ανεξαιρέτως τα ηχητικά
ερεθίσματα και ακούσματα, αδικούμε αυτά που πραγματικά ανταποκρίνονται στην
ουσία της μουσικής, ως Τέχνη.
Στη μουσική αυτή που λογαριάζεται ως τέχνη “μετράει” ο στίχος ή απλώς αυτός βρίσκεται στο πίσω πλάνο όσο οι
προβολείς ρίχνουν όλα τα φώτα πάνω της; Μάλλον θα πρέπει να αρχίσουμε ανάποδα.
Ας πάρουμε το τελικό προϊόν, το τραγούδι εν προκειμένω, που θέλουμε να γράψουμε
. Το τραγούδι, κομμάτι, song, track, ή όπως αλλιώς λέγεται, είναι η ένωση μουσικής με
στίχο ή στίχου με μουσική, και μέσα από αυτόν το συμφυρμό γεννιέται η λεγόμενη
ερμηνεία του, που έγκειται σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό και στον τρόπο ή το είδος
της συνολικής σύνθεσης. Συνεπώς, ένα τραγούδι για να χαρακτηριστεί καλό ή όχι
–μουσικό ή όχι, επιτρέψτε μου να πω-, θα πρέπει να πληροί στο μεγαλύτερο δυνατό
βαθμό τα κριτήρια αυτά, που είναι άλλωστε και οι προϋποθέσεις της παραγωγής
του. Όσο πιο αρμονικά και προσεκτικά έχει συντελεστεί η διεργασία αυτή της παραγωγής
μέσω της σύνθεσης του τριπτύχου που συνιστά το είδος του τραγουδιού (στίχος,
μουσική, ερμηνεία), τόσο περισσότερο το αποτέλεσμα προσιδιάζει σε ένα προϊόν
Τέχνης. Ναι, “τώρα είναι GIGI baby”.
Και η Τέχνη, ας μην ξεχνάμε, θρέφεται πρώτα και πάνω από όλα από την ομορφιά.
Από αυτήν πηγάζει, αυτήν εξυμνεί και σ΄ αυτήν προσβλέπει. Από αυτήν έρχεται και
σε εκείνη πάλι πηγαίνει. Αποκλειστικά. “Ου να να να να”, αν αυτό είναι πιο
κατατοπιστικό.
Τί το όμορφο λοιπόν μπορεί να υπάρχει,
για να επιστρέψω στα αρχικά παραδείγματα, σε έναν στίχο που
υβρίζει, που σκορπά ακατάσχετα προσβολές, που εξαντλείται στη χυδαιολογία για
το ένα από τα δύο φύλα, ή –που ακόμα χειρότερα- κολακεύει και εξαγοράζει το γυναικείο φύλο,
για να το “ρίξει” εκεί μόνο που ξέρει καλά να το κυριεύει και να του
επιβάλλεται, υποτιμώντας την αληθινή δύναμη της ομορφιάς του; Τί το όμορφο υπάρχει σε ένα στίχο που συνάπτει
τυχαίες, ατυχείς επιλογές λέξεων, μόνο και μόνο για να πετύχει την
ομοιοκαταληξία, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που καταφέρνει είναι η κατάληξη
σε μια κουραστική ομοιομορφία που ραγίζει καθετί σπάνιο και αυθεντικό; Τί το
όμορφο μπορεί να βρει κανείς σε ένα ατελείωτο μίγμα ελληνικών και ξένων λέξεων
(το δόλωμα για να “τσιμπήσει” η νεολαία των εφήβων), που δεν προβάλλουν την
ομορφιά καμιάς από τις δύο γλώσσες; Τί το όμορφο μπορεί να βρει στην
ανεξέλεγκτη κατανάλωση αλκοόλ και χρήση ουσιών που “αναισθητοποιούν την
πραγματικότητα” και ακινητοποιούν το άτομο, εγκλωβίζοντας το στην ψευδαίσθηση
της τεχνητής απόδρασης από αυτή, με
εισιτήριο που δεν φαίνεται καθαρά αν γράφει ασφαλή ημερομηνία επιστροφής; Τί το
όμορφο υπάρχει στη θεοποίηση της δόξας και του εύκολου χρήματος, όταν αυτά
στερούνται αληθινού μόχθου, αλλά και της γνήσιας χαράς που φέρνει πληρότητα; Τί
το όμορφο βρίσκει κανείς στον άκρατο υλισμό και την κενή
επίδειξη ακριβών
αγορών, όταν απ΄ όλα αυτά χάνεται η ουσία της προσφοράς και του μοιράσματος; Τί
το όμορφο υπάρχει στην έκλυτη έκφραση του έρωτα και της αγάπης, στο “χυδαίο
εμπόριο της γδυτής ομορφιάς”, τη στιγμή που η μεγαλύτερη ομορφιά αποκαλύπτεται
μέσα από τις πιο καλά κρυμμένες της κρυψώνες; Πόσο απέχει τελικά το trap από το “trash”;
Όχι, αυτός δεν είναι ο κόσμος του “Imagine”. “O αέρας της αλλαγής” φυσάει πια κόντρα στον κόσμο
μας, κόντρα και στον κόσμο της μουσικής. Όχι,
η μουσική αυτή δεν είναι
η μητέρα, η ΜΑΜΑ των τεχνών, όχι
με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι καν η θυγατρική μορφή της αληθινής Μουσικής.
Στερείται της γνησιότητάς της, της αυθεντικής ομορφιάς της, της θέρμης, της
ευαισθησίας, αλλά και της αλήθειας, που πάντα κρύβει μια μητρική αγκαλιά. Η
μουσική δεν είναι πια η ΜΑΜΑ, στην
οποία θα προστρέξουμε για να μας παρηγορήσει ή να μας ενθαρρύνει με τα λόγια ή
τα χάδια της. Σ’ αυτό το δείγμα “μουσικής ” δεν μπορώ παρά να “δω” απλώς
σκόρπιες και άτακτα ρυθμισμένες συχνότητες, που το μόνο που κάνουν είναι να
ηχορυπαίνουν τον φυσικό και αβίαστα
μελωδικό παλμό των ψυχών μας.
Η μουσική πρωτίστως είναι Τέχνη, και αυτό δυστυχώς το ξεχνάμε. Η δική μου γνώμη
είναι πως η μουσική λειτουργεί για κάθε άνθρωπο ως φωτεινός σηματοδότης που
υποδεικνύει εκείνα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που τον συνεπήραν στο
άκουσμά της. Σε μένα μοιάζει μ’ ένα τεράστιο κλειδί, άλλοτε του σολ, άλλοτε του
φα, άλλοτε του ντο, που ξεκλειδώνει ό, τι πολυτιμότερο κρατά ο καθένας μας
κρυφό και φυλαγμένο μέσα του. Η μουσική κρύβεται τελικά μέσα σ’ εκείνες τις
σταγόνες της βροχής που νιώσαμε να πέφτουν στην παλάμη του χεριού μας.. για να
μας δροσίσουν ή να μας λυτρώσουν. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται σε μένα.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που πολλές φορές ταυτίζουμε ολόκληρο το “είναι” μας
-να γιατί παραπάνω μίλησα για “πολιτισμικό γίγνεσθαι”, αλλά “μουσικό είναι”-
και τις πολυτιμότερες, εντονότερες, τις μεγαλύτερες ίσως σε σπουδαιότητα και
αξία, στιγμές της ζωής μας, με τραγούδια
και μελωδίες που μας μιλούν απευθείας σε μια άλλη γλώσσα, πολύ αληθινή, πολύ
μακρινή για να την φτάσει και να την αντικρίσει κανείς..
Δεν είναι τυχαίο που κάθε φορά που βλέπουμε ένα ουράνιο τόξο να ανατέλλει,
ηχούν στα αυτιά μας γλυκόηχοι παλμοί που μοιάζουν να ανήκουν σε ένα λίγο
γνωστότερο τραγούδι, το ’’what a wonderful world’’, ούτε τυχαίο πάλι είναι που τις
στιγμές της πιο βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας μας, η απεγνωσμένη μοναξιά μας
αναζητεί διέξοδο σε μερικές μουσικές συλλαβές που μας σιγοψιθυρίζουν ότι τίποτε
άλλο δεν είμαστε, παρά σκόνη στον άνεμο..
Άρθρο της Μαρίας Αλεξού





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου